γυνή - Βικιλεξικό

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Περιεχόμενα

μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα απόκρυψη
  • Αρχή
  • 1 Νέα ελληνικά (el) Εναλλαγή Νέα ελληνικά (el) υποενότητας
    • 1.1 Ετυμολογία
    • 1.2 Προφορά
    • 1.3 Ουσιαστικό
      • 1.3.1 Εκφράσεις
      • 1.3.2 Συγγενικά
      • 1.3.3 Μεταφράσεις
    • 1.4 Πηγές
  • 2 Αρχαία ελληνικά (grc) Εναλλαγή Αρχαία ελληνικά (grc) υποενότητας
    • 2.1 Ετυμολογία
    • 2.2 Προφορά
    • 2.3 Ουσιαστικό
      • 2.3.1 Άλλες μορφές
      • 2.3.2 Εκφράσεις
      • 2.3.3 Συγγενικά
      • 2.3.4 Σύνθετα
    • 2.4 Αναφορές
    • 2.5 Πηγές
  • Σελίδα
  • Συζήτηση
Ελληνικά
  • Ανάγνωση
  • Επεξεργασία
  • Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη Εργαλεία μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα απόκρυψη Ενέργειες
  • Ανάγνωση
  • Επεξεργασία
  • Προβολή ιστορικού
Γενικά
  • Συνδέσεις προς εδώ
  • Σχετικές αλλαγές
  • Επιφόρτωση αρχείου
  • Πληροφορίες σελίδας
  • Παραπομπή αυτής της σελίδας
  • Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
  • Λήψη κωδικού QR
  • Switch to legacy parser
Εκτύπωση/εξαγωγή
  • Δημιουργία βιβλίου
  • Κατέβασμα ως PDF
  • Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα Εμφάνιση μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα απόκρυψη Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γυναίκα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)ουσιαστικά ετερόκλιτα
πτώσεις ενικός πληθυντικός
γῠν- γῠναικ-
ονομαστική γυνή αἱ γυναῖκες
γενική τῆς γυναικός τῶν γυναικῶν
δοτική τῇ γυναικί ταῖς γυναιξί(ν)
αιτιατική τὴν γυναῖκα τὰς γυναῖκας
κλητική ! γύναι γυναῖκες
Τύπος από την 1η κλίση (γυνή), και τύποι από την 3η κλίση.
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'ετερόκλιτα' όπως «γυνή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία] γυνή < (διαχρονικόδάνειο) αρχαία ελληνικήγυνή < (συγκρίνετε με το γυναίκα)

Προφορά

[επεξεργασία] ΔΦΑ: /ʝiˈni/ τυπογραφικός συλλαβισμός:γυνή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γυνή, γυναικός θηλυκό

  1. (αρχαιοπρεπές) η γυναίκα, ενήλικο άτομο θηλυκού γένους (σε παγιωμένες εκφράσεις)
  2. (καθαρεύουσα) η γυναίκα χρειάζεται παράθεμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • γυνή της απωλείας
  • η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα
  • πυρ, γυνή και θάλασσα
  • συν γυναιξί και τέκνοις

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • δείτετηλέξηγυναίκα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία] γυνή

δείτετηλέξηγυναίκα

Πηγές

[επεξεργασία]
  • γυνή-Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  • γυνή -Χαραλαμπάκης,Χριστόφορος (επιμέλεια)(2014).Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας.Αθήνα:Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ουσιαστικά ετερόκλιτα
πτώσεις ενικός πληθυντικός
γῠν- γῠναικ-
ονομαστική γυνή αἱ γυναῖκες
γενική τῆς γυναικός τῶν γυναικῶν
δοτική τῇ γυναικῐ́ ταῖς γυναιξῐ́(ν)
αιτιατική τὴν γυναῖκ τὰς γυναῖκᾰς
κλητική ! γύναι γυναῖκες
δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ γυναῖκε
γεν-δοτ τοῖν γυναικοῖν
Τύπος από την 1η κλίση (γυνή), και τύποι από την 3η κλίση.
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'ετερόκλιτα' όπως «γυνή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία] γυνή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷḗn (γυναίκα) + *-h₂- [1]
  • ήδη μυκηναϊκή διάλεκτος𐀓𐀙𐀊 (ku-na-ja)

Προφορά

[επεξεργασία] ΔΦΑ: /gy.nɛ̌ː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική) τυπογραφικός συλλαβισμός:γυνή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γυνή, γυναικός θηλυκό

  1. γυναίκα 5ος αιώνας πκε Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 6 (Ἐρατώ), 69.5 τίκτουσι γὰρ γυναῖκες καὶ ἐννεάμηνα καὶ ἑπτάμηνα, καὶ οὐ πᾶσαι δέκα μῆνας ἐκτελέσασαι· δηλαδή οι γυναίκες γεννούν και εννιαμηνίτικα κι εφταμηνίτικα, χωρίς να συμπληρώσουν όλες τους δέκα μήνες. Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr 5οςπκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἱππόλυτος, στίχ. 627 τούτωι δὲ δῆλον ὡς γυνὴ κακὸν μέγα· Δε θέλει ρώτημα πως η γυναίκα είναι κακό μεγάλο: Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greeklanguage.gr 5ος/4οςπκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 1014 (1014-1015) οὐδέν ἐστι θηρίον γυναικὸς ἀμαχώτερον, | οὐδὲ πῦρ, οὐδ᾽ ὧδ᾽ ἀναιδὴς οὐδεμία πόρδαλις. Δεν υπάρχει στον κόσμο θεριό τόσο αμάχητο, | ξεπερνάει τη φωτιά και τον τίγρ᾽ η γυναίκα! Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greeklanguage.gr 5ος/4οςπκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 596 (596-597) τῆς δὲ γυναικὸς μικρὸς ὁ καιρός, κἂν τούτου μὴ ᾽πιλάβηται, | οὐδεὶς ἐθέλει γῆμαι ταύτην, ὀττευομένη δὲ κάθηται. Ο καιρός της γυναίκας ολίγος κι αν τον χάσει, | κανείς δεν την παίρνει· και κάθεται μες στο σπίτι και ρέβει μ᾽ ονείρατα μόνο. Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greeklanguage.gr αντώνυμα: ἀνήρ
  2. (οικογένεια) η σύζυγος 8ος αιώνας πκε Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 8 (θ. Ὀδυσσέως σύστασις πρὸς Φαίακας.), στίχ.523 (521-525) αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς | τήκετο, δάκρυ δ᾽ ἔδευεν ὑπὸ βλεφάροισι παρειάς. | ὡς δὲ γυνὴ κλαίῃσι φίλον πόσιν ἀμφιπεσοῦσα, | ὅς τε ἑῆς πρόσθεν πόλιος λαῶν τε πέσῃσιν, | ἄστεϊ καὶ τεκέεσσιν ἀμύνων νηλεὲς ἦμαρ· ωστόσο ο Οδυσσέας | έλιωνε, το δάκρυ του έτρεχε ασταμάτητο μουσκεύοντας τα μάγουλά του. | Πώς μια γυναίκα μοιρολογεί τον άντρα της πεσμένη πάνω του, | που εκεί, μπροστά στην πόλη του και στον λαό του, πέφτει | για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα του, να τα γλιτώσει από τη μαύρη μέρα· Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr αντώνυμα: ἀνήρ (σημασία 7 «ο σύζυγος»)
  3. θνητή γυναίκα σε αντίθεση προς τη θεά αντώνυμα: ἀνήρ (σημασία 1 «άνθρωπος θνητός, αντιθέτως προς τον θεό»)
  4. (για ζώα) θηλυκό, ταίρι δείτεμεσαιωνική ελληνικήἄνδρας (σημασία 2 «αρσενικό ζώο»)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • δωρικός τύπος: γυνά
  • βοιωτικός τύπος: βανά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • ὅρκους γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω
  • γυναῖκα/ἄκοιτιν τίθεμαί τινα
  • γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • γυναικεῖος, ιωνικός τύπος: γυναικήιος
  • γυναικίζω (φέρομαι σαν γυναίκα)
  • γυναικών
  • γυναικωνῖτις, γυναικεία &γυναικηΐη (ο χώρος των γυναικών)
  • γύναιος
  • γύννις (ο γυναικωτός, ο θηλυπρεπής άνδρας)

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • Αρχαίες ελληνικές λέξεις μεπρόθημα γυναικο-στο Βικιλεξικό όπως
  • γυναικόβουλος
  • γυναικογήρυτος
  • γυναικοκρασία (η γυναικεία ιδιοσυγκρασία)
  • γυναικοκρατέομαι / γυναικοκρατοῦμαι
  • γυναικομανής γυναικομανέω/γυναικομανῶ, γυναικομανία
  • γυναικόμιμος
  • γυναικονόμος, γυναικονομέω/γυναικονομῶ, γυναικονομία
  • γυναικοπληθής
  • γυναικόποινος
  • γυναικώδης

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «γυνή» σελ.291, «&» σελ.292-Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι12.

Πηγές

[επεξεργασία]
  • γυνή -Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ.Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
  • γυνή-ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=γυνή&oldid=7276440" Κατηγορίες:
  • Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
  • Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
  • Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
  • Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
  • Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
  • Νέα ελληνικά
  • Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
  • Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
  • Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
  • Χρειάζονται παραθέματα (καθαρεύουσα)
  • Ουσιαστικά ετερόκλιτα (αρχαία ελληνικά)
  • Ουσιαστικά ανώμαλα (αρχαία ελληνικά)
  • Ουσιαστικά ανώμαλα θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
  • Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
  • Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
  • Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
  • Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
  • Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
  • Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
  • Αρχαία ελληνικά
  • Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
  • Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
  • Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
  • Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
  • Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
  • Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
  • Οικογένεια (αρχαία ελληνικά)
  • Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
  • Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση Αναζήτηση Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων γυνή 27 γλώσσες Προσθήκη θέματος

Từ khóa » H Gynh